«Ενισχύστε τη χρήση των συλλογικών διαπραγματεύσεων σε κλαδικό επίπεδο ως το βασικό μέσο για τον καθορισμό των μισθών, εστιάζοντας στη στήριξη προς τους κοινωνικούς εταίρους για την εφαρμογή των κλαδικών συμφωνιών στο επίπεδο των επιχειρήσεων», αναφέρει στις συστάσεις που κάνει στην κυβέρνηση.

ην ενίσχυση του θεσμού των κλαδικών συλλογικών διαπραγματεύσεων για τον καθορισμό των μισθών με πρωτοβουλία της κυβέρνησης συστήνει ο ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης) στην ειδική έκθεση του για την Ελλάδα που παρουσίασε ο Γενικός Γραμματέας του Οργανισμού, Ματίας Κόρμαν, παρουσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη.

Ο ΟΟΣΑ τονίζει ότι η εισοδηματική πολιτική, ιδιαίτερα σε μία περίοδο υψηλού πληθωρισμού, δεν μπορεί να γίνεται μόνο μέσα από τις αυξήσεις του κατώτατου μισθού.

Η έκθεση αναφέρει ότι οι αυξήσεις του κατώτατου μισθού κατά σχεδόν 10% στο α’ εξάμηνο του 2022 αποτέλεσε ένα δίχτυ ασφαλείας για τους εργαζόμενους που δεν έχουν ουσιαστικά διαπραγματευτική δύναμη, αλλά προσθέτει ότι έχουν γίνει «η βασική πηγή μισθολογικών προσαρμογών για πολλούς εργαζόμενους που έχουν αμοιβές υψηλότερες από τον κατώτατο μισθό».

Καλύτερες οι κλαδικές συμβάσεις για τα εισοδήματα και την παραγωγικότητα
Τονίζει, επίσης, ότι οι κλαδικές διαπραγματεύσεις για τους μισθούς και τους όρους εργασίας θα μπορούσαν να στηρίξουν καλύτερα τα εισοδήματα και την παραγωγικότητα.

Οι μισθοί αυξάνονται μετά από 12 χρόνια μειώσεων ή ισχνών αυξήσεων, αναφέρει η έκθεση, σημειώνοντας ότι μεγαλύτερες αυξήσεις εξασφαλίζουν οι εργαζόμενοι σε κλάδους, όπως ο τεχνολογικός (πληροφορικής και επικοινωνιών) και ο κατασκευαστικός.

Με βάση την εμπειρία από το παρελθόν, ο Οργανισμός εκτιμά ότι η αύξηση των κατώτατων μισθών θα οδηγήσει σε ανοδική κίνηση και τις αποδοχές εργαζομένων με υψηλότερες αποδοχές.

Στα όρια της φτώχειας οι αμειβόμενοι με τον κατώτατο μισθό
Σημειώνει ότι ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα είναι ο δεύτερος μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ που είναι εγγύτερα στο όριο της φτώχειας, καθώς άλλες χώρες με χαμηλό κατώτατο μισθό προχωρούν σε κοινωνικές μεταβιβάσεις για τη στήριξη των εργαζόμενων που πληρώνονται με αυτόν.

Αυτό καθιστά έναν υψηλό κατώτατο μισθό κομβικής σημασίας για τον περιορισμό της φτώχειας «με κόστος τη μείωση της ανταγαωνιστικότητας και της επίσημης απασχόλησης», σημειώνει.

Μεγάλη επιβράδυνση της ανάπτυξης
Στην έκθεσή του, ο ΟΟΣΑ αναφέρει ότι μετά την ισχυρή ανάκαμψη από την κρίση του κορονοϊού, στην οποία συνέβαλε η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει ισχυρή επιβράδυνση λόγω του αντίκτυπου από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Τονίζει ότι πρέπει να συνεχισθεί η αντιμετώπιση των μακροχρόνιων προβλημάτων της οικονομίας και να εφαρμοσθεί πλήρως το φιλόδοξο Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, με παράλληλο έλεγχο των πληθωριστικών πιέσεων, στήριξη της δημοσιονομικής ευρωστίας και ολοκλήρωση της εξυγίανσης των τραπεζών σημειώνει ο ΟΟΣΑ.

Ειδικότερα, ο ΟΟΣΑ προβλέπει ότι η ανάπτυξη θα περιοριστεί το 2023 στο 1,1% και το 2024 στο 1,8% από 5,1% το 2022.

Μείωση του πληθωρισμού το 2023
Όσον αφορά τον πληθωρισμό (με βάση τον εναρμονισμένο δείκτη τιμών καταναλωτή), προβλέπεται μεγάλη αποκλιμάκωσή του στο 3,7% σε μέσα επίπεδα το 2023 και στο 2,3% το 2024 από 9,5% πέρυσι.

Παράλληλα, εκτιμάται ότι θα συνεχισθεί η αύξηση της απασχόλησης, με ρυθμό 1,1% φέτος έναντι 6,2% το 2022.

Το δημόσιο χρέος αναμένεται να μειωθεί στο 170,7% του ΑΕΠ φέτος και περαιτέρω στο 163,6% το 2024 από 175,1% το 2022, χάρη στην ανάπτυξη και τον πληθωρισμό, αλλά όπως σημειώνεται, παραμένει υψηλό.

Επίσης, η έκθεση αναφέρει ότι η Ελλάδα επηρεάζεται πολύ από την κλιματική αλλαγή – πιθανόν περισσότερο η Δυτική και Νότια Ελλάδα – και για αυτό πρέπει να δώσει έμφαση στην πράσινη μετάβαση, δηλαδή να επιτύχει τον στόχο για μηδενικές εκπομπές ρύπων το 2050.

Τα βασικά μηνύματα της έκθεσης είναι τα εξής:
Η επιστροφή σε πρωτογενή πλεονάσματα είναι ενδεδειγμένη, καθώς μάλιστα είναι υψηλός ο πληθωρισμός και έχει μειωθεί η διαθέσιμη παραγωγική δυναμικότητα.
Η αποτελεσματική υλοποίηση του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, η διεύρυνση του μείγματος των φορολογικών εσόδων και η βελτίωση των επιδόσεων του δημόσιου τομέα θα επιτρέψουν τη καλύτερη δημοσιονομική στήριξη των επενδύσεων, των εισοδημάτων και της δικαιοσύνης.
Ο περιορισμός των ακαθάριστων δανειακών αναγκών και η μείωση του δημόσιου χρέους είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για την πιστοληπτική αναβάθμιση της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα, η οποία θα διεύρυνε τη χρηματοδότηση και τις επενδύσεις.
Η αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων είναι καθοριστική για μία διαρκή ανάκαμψη. Η πλήρης εξυγίανση των τραπεζών με την εκκαθάριση των υφιστάμενων μη εξυπηρετούμενων δανείων και την αύξηση της κεφαλαιακής βάσης τους είναι αναγκαία για να μπορούν αυτές να χρηματοδοτήσουν μία σταθερή ανάπτυξη και πρέπει να συνοδευθεί από την ανάπτυξη εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης.
Η επίτευξη των μηδενικών εκπομπών ρύπων το 2050 και η προσαρμογή σε ένα πιο ζεστό κλίμα θα απαιτήσουν διαρκείς πολιτικές προσπάθειες για πολλά χρόνια. Ένα μείγμα πολιτικών – που περιλαμβάνει επενδύσεις, ρυθμίσεις και τιμολόγηση των εκπομπών ρύπων – μπορεί να επιταχύνει μία μείωση των ρύπων με το χαμηλότερο δυνατό κόστος και πρόσθετα έσοδα για την πράσινη μετάβαση.

Leave a reply

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ