Δεν το λέει η αντιπολίτευση, δεν το λένε τα συνδικάτα. Είναι τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat για τα εισοδήματα και την φτώχεια που έρχονται να «κουμπώσουν» με την πρόσφατη έκθεση της Oxfam για τις παγκόσμιες ανισότητες.

Η Oxfam μέτρησε ότι τα 2/3 του νέου πλούτου που συγκεντρώθηκε από την έναρξη της πανδημίας έχει πάει στους πλουσιότερους και συγκεκριμένα στο 1% του παγκόσμιου πληθυσμού και στην Ελλάδα

«Το μάθημα που παίρνουμε είναι ότι κατά τη διάρκεια της πανδημίας οι φτωχοί γίνονται φτωχότεροι και οι πλούσιοι πλουσιότεροι, τόσο σε παγκόσμιο επίπεδο, όσο και στην Ελλάδα», τονίζει μιλώντας στο tvxs.gr η συντονίστρια Κοινωνικών Αναλύσεων του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ, Ειρήνη Νταή

«Ύστερα από μια σημαντική αποκλιμάκωση που είχαμε τα προηγούμενα χρόνια, από το 2020 ως το 2022 οι ανισότητες στην Ελλάδα έχουν οξυνθεί. Αυτό το βλέπουμε από τον δείκτη S80-S20, η τιμή του οποίου αυξάνεται συνεχώς, φτάνοντας πλέον το 5,8. Ο δείκτης αυτός μετρά το χάσμα ανάμεσα στον πλούτο που κατέχει το ‘πλουσιότερο’ 20% του πληθυσμού σε σχέση με το φτωχότερο 20%», παρατηρεί η οικονομολόγος. Όπως φαίνεται στο διάγραμμα της ΕΛΣΤΑΤ, παρόμοια εικόνα δίνει και ο συντελεστής Gini που μετράει την ποσοστιαία απόσταση δύο τυχαίων ανθρώπων από το μέσο εισόδημα.

Φτωχοποιούνται άνθρωποι της άλλοτε μεσαίας τάξης

«Την ίδια στιγμή βλέπουμε πως αυξάνεται ανεξέλεγκτα η φτωχοποίηση σημαντικού τμήματος του πληθυσμού. Ένας στους τρεις Έλληνες βρίσκονται στο όριο της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, όχι μόνο επειδή το εισόδημά του βρίσκεται κάτω από το συγκεκριμένο όριο, που ορίζεται ως το 60% του διάμεσου μισθού, αλλά ακόμα επειδή αντιμετωπίζει υλικές και κοινωνικές στερήσεις και διαβιεί σε νοικοκυριά με χαμηλή ένταση εργασίας», σημειώνει η κα. Νταή.

Στο παραπάνω διάγραμμα αποτυπώνεται το ποσοστό των πολιτών στην Ελλάδα που αντιμετωπίζουν καθεμιά από τις δεκατρείς διαφορετικές στερήσεις που η Eurostat έχει θέσει ως ενδεικτικές.

Οικονομική ανάκαμψη με διεύρυνση των ανισοτήτων

Η τρομακτική μείωση της οικονομικής δραστηριότητας κατά τη διάρκεια της πανδημίας ήταν τέτοια που πολλοί φορείς και αναλυτές προέβλεπαν τον ξαφνικό θάνατο χιλιάδων μικρών επιχειρήσεων. Αυτό φαίνεται πως δεν συνέβη και η κυβέρνηση το αποδίδει στα αρκετά χρήματα που έδωσε ως επιδόματα ή μέσω της επιστρεπτέας προκαταβολής. Δημιουργείται λοιπόν το ερώτημα αν η κυβέρνηση απάντησε επαρκώς στην οικονομική κρίση που δημιουργήθηκε εξαιτίας των περιοριστικών μέτρων της πανδημίας.

«Κατά τη διάρκεια της πανδημίας η κυβέρνηση πράγματι έδωσε χρήματα για την στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων και παράλληλα η οικονομία ανέκαμψε σε επίπεδο μεγέθυνσης. Όμως τα στοιχεία αυτά δεν αποδεικνύονται αρκετά ώστε να έχουμε βελτίωση της αγοραστικής δύναμης των φτωχών και μεσαίων στρωμάτων και τελικά άμβλυνση των ανισοτήτων», επισημαίνει η συντονίστρια Κοινωνικών Αναλύσεων του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ.

Πράγματι λοιπόν δεν είδαμε τα εκατοντάδες χιλιάδες λουκέτα για τα οποία μιλούσαν εκπρόσωποι των μικρών επιχειρήσεων, όμως είναι γεγονός ότι η απόσταση μεταξύ της κοινωνικής πλειοψηφίας και των πλουσίων μεγάλωσε. «Η ανάπτυξη εκτός από οικονομική, πρέπει να είναι συμπεριληπτική, κοινωνική και βεβαίως περιβαλλοντική», τονίζει η κα. Νταή.

Μόνο 7% των πολιτών είδε αύξηση μέσα στο 2021

Χαρακτηριστικό της εξέλιξης που πήραν τα εισοδήματα μέσα στην πανδημία είναι το παρακάτω διάγραμμα της Eurostat, όπου αποτυπώνεται το ποσοστό του πληθυσμού της κάθε χώρας που το 2021 είδε το εισόδημά του να αυξάνεται, να μειώνεται ή να μένει σταθερό.

Βλέπουμε πως η Ελλάδα βρίσκεται σε καλύτερη θέση μόνο από την Ιταλία, αφού μόνο το 6,9% των πολιτών είδαν αύξηση των εισοδημάτων τους, έναντι 26,3% που είδαν μείωση, με την πλειοψηφία να μην βλέπει αξιοσημείωτη μεταβολή. Κι αν αυτή η εικόνα είναι αρνητική, είναι βέβαιο πως η αντίστοιχη για το 2022, ελέω πληθωρισμού, θα είναι ακόμα χειρότερη.

«Σύμφωνα με τα πολύ πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα εμφανίζει το τρίτο χαμηλότερο μέσο διαθέσιμο εισόδημα σε όρους αγοραστικής δύναμης μετά την Ρουμανία και τη Βουλγαρία, που ανέρχεται σε 8.752 ευρώ ή 55% του αντίστοιχου εισοδήματος της ΕΕ», συμπληρώνει η Ειρήνη Νταή.

Από τα στοιχεία που έδωσε η ΕΛΣΤΑΤ το περασμένο καλοκαίρι, προκύπτει ότι σχεδόν τα μισά νοικοκυριά  (46,3%) αδυνατούν να ανταποκριθούν σε έκτακτες αλλά αναγκαίες δαπάνες ενώ περισσότερα από το ⅓ (36,4%) αδυνατούν να ανταποκριθούν σε πάγιες και αναγκαίες δαπάνες διαβίωσης όπως η πληρωμή ενοικίου, πάγιων λογαριασμών ή καταναλωτικού δανείου.

«Απαιτείται στήριξη των πραγματικών εισοδημάτων και αύξηση του κατώτατου μισθού, η οποία ωστόσο από μόνη της δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα. Και φυσικά πρέπει να επανασχεδιαστεί η φορολογική πολιτική που πάντα αποτελεί ένα από τα βασικότερα εργαλεία  που έχουν στη διάθεσή τους οι κυβερνήσεις για την καταπολέμηση των ανισοτήτων. Στην τωρινή συγκυρία για παράδειγμα και βλέποντας τον πληθωρισμό στα τρόφιμα να συνεχίζει την ανοδική πορεία, θεωρώ ότι μείωση του ΦΠΑ στα τρόφιμα στον κατώτερο συντελεστή 6% και μείωση του Ειδικού Φόρου Καυσίμων είναι μέτρα εφικτά και απαραίτητα», υποστηρίζει η κα. Νταή.

«Πρέπει να καταλάβουμε ότι η φτώχεια και οι ανισότητες δεν πλήττουν μόνο τους φτωχούς και τις ευάλωτες ομάδες αλλά και ευρύτερα στρώματα. Μιλάμε πλέον όλο και περισσότερο για ‘εργαζόμενους-φτωχούς’. Το 71% των εργαζόμενων έχει προβεί σε περιορισμό βασικών δαπανών, όπως διατροφή, στέγη, θέρμανση και υγεία», καταλήγει η οικονομολόγος.

Leave a reply

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ