Ενα βιβλίο για τις γυναίκες που κρατούν στα χέρια τους την καθαριότητα των μονάδων Υγείας

Η Εντέλα Μίλε ήρθε από την Αλβανία στην Ελλάδα πριν από 16 χρόνια. Τα τελευταία οκτώ εργάζεται ως καθαρίστρια στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής «Δρομοκαΐτειο». Καθαρίζει τους χώρους –«τα έχω γυρίσει όλα εκεί μέσα», λέει στην «Κ»– πέντε ημέρες την εβδομάδα. Στην κουζίνα είναι πιο καθαροί οι χώροι, αλλά έχει περισσότερο κουβάλημα, αναφέρει. Τα δωμάτια είναι πιο βρώμικα, συχνά μπορεί να βρίσκει ούρα στο πάτωμα, αλλά εκεί έρχεται σε επαφή με τους ασθενείς. Στην αρχή φοβόταν λίγο, δεν ήξερε τι θα αντιμετώπιζε. Γρήγορα όμως συνειδητοποίησε πως καθαρίζοντας τα δωμάτια, ερχόμενη σε επαφή με τους ίδιους τους ασθενείς, από εκεί έπαιρνε τη μεγαλύτερη χαρά που της αποφέρει η εργασία της. «Οταν σε γνωρίσουν, σε αγαπάνε», δηλώνει η κ. Μίλε. Χαίρονται να τη βλέπουν, τη γνωρίζουν με το όνομά της, είναι η Εντέλα, και συχνά, αναφέρει, τη ζητάνε. «Κι εγώ», τονίζει, «χαίρομαι».

Πριν έρθει στην Ελλάδα, η κ. Μίλε δούλευε σε μία εταιρεία, γαζώνοντας ρούχα. Στην αρχή έψαξε δουλειά στον τομέα που γνώριζε, αλλά χωρίς επιτυχία. Η ίδια δηλώνει πως και όσες συμπατριώτισσές της ξέρει που βρίσκονται στην Ελλάδα, απασχολούνται στον τομέα της καθαριότητας. «Οι φίλες μου, οι κουνιάδες μου – όλες καθαρίστριες, είτε στο νοσοκομείο ή σε σπίτια, όλες που έχουν έρθει την ίδια δουλειά κάνουν, για να πιάσεις άλλη δουλειά θα πρέπει να ξέρεις πράγματα που αν δεν έχεις κάνει σχολείο εδώ δεν ξέρεις, η καθαριότητα θέλει μόνο να μιλάς, δεν χρειάζεται να διαβάζεις ή να γράφεις», λέει στην «Κ».

Την πλευρά αυτών των γυναικών θέλησε να εξετάσει η Νεφέλη Στουρνάρα μέσω της διατριβής της «Παραδειγματικές Εργάτριες», η οποία κυκλοφόρησε προ ολίγων ημερών από τις εκδόσεις Παπαζήση. Η κ. Στουρνάρα, η οποία σπούδασε Κοινωνιολογία και Ιστορία στο Πανεπιστήμιο του Sussex, έλαβε το μεταπτυχιακό της στη Μετανάστευση και τη Διασπορά από το School of Oriental and African Studies του Λονδίνου, και ολοκλήρωσε το διδακτορικό της στην Κοινωνιολογία το 2020 στο Πανεπιστήμιο του Middlesex, από το 2015 μέχρι το 2017 συνάντησε 24 γυναίκες από την Αλβανία και τη Βόρεια Hπειρο που εργάζονταν ως καθαρίστριες σε δύο νοσοκομεία της Αθήνας. Στο βιβλίο διατηρεί τόσο την ανωνυμία των γυναικών που της μίλησαν, όσο και την ανωνυμία των δύο νοσοκομείων στα οποία εκείνες εργάζονταν.

«Υπάρχει η αίσθηση ότι μια καθαρίστρια είναι αόρατη», λέει στην «Κ» η Νεφέλη Στουρνάρα, η οποία με τη διατριβή της «Παραδειγματικές Εργάτριες» θέλησε να στρέψει τους προβολείς σε ομάδα μεταναστών που έχει αναλάβει ένα πολύ σημαντικό ρόλο.

«Για τη μετανάστευση, ενδιαφερόμουν από όταν ήμουν στο σχολείο», δηλώνει η ίδια στην «Κ». Αργότερα, καθώς συνέχιζε τις σχετικές σπουδές της, συνειδητοποίησε πως δεν είχε μελετηθεί στην Ελλάδα η ομάδα των μεταναστών, και συγκεκριμένα των μεταναστριών, που εργάζονται στον τομέα της καθαριότητας. «Υπήρχε ένας αθέατος κόσμος», αναφέρει, ο οποίος τονίζει πως είχε λάβει ορατότητα μόνο το 2008, εξαιτίας της απόπειρας δολοφονίας της Κωνσταντίνας Κούνεβα. «Οπότε λέω, ας καταλάβουμε τι συμβαίνει τελικά», συμπληρώνει, «ας δούμε επί του συγκεκριμένου τι σημαίνει φύλο, εργασιακές συνθήκες, εθνότητα, κοινωνική τάξη, ηλικία, μεταναστευτικό υπόβαθρο».

Μιλώντας για τα αποτελέσματα της έρευνάς της, η κ. Στουρνάρα αναφέρει πως πολλές από τις γυναίκες που συνάντησε, βίωσαν «αποεπαγγελματοποίηση» (deskilling) ερχόμενες στην Ελλάδα, με την επαγγελματική απασχόληση στον συγκεκριμένο τομέα να είναι η μόνη εργασιακή επιλογή. «Με τα χρόνια έγιναν ανθεκτικές», λέει η κ. Στουρνάρα, και βρήκαν νόημα στη δουλειά τους. «Δημιουργώ την καθαριότητα μέσω της βρωμιάς», δηλώνει πως της είπαν αρκετές. «Η έλλειψη ορατότητας είναι πάρα πολύ έντονο στοιχείο», συμπληρώνει η κ. Στουρνάρα, «υπάρχει η αίσθηση ότι μια καθαρίστρια είναι αόρατη σε ένα νοσοκομείο», κάτι που όμως σημειώνει ότι δεν ίσχυε στην επαφή με τους ασθενείς. «Εκεί η καθαριότητα ακουμπάει τη φροντίδα», αναφέρει. Παρόλο που η έρευνά της ήταν επικεντρωμένη σε «Αλβανίδες και ελληνικής εθνοτικής ταυτότητας Αλβανίδες», όπως γράφει στο βιβλίο, η κ. Στουρνάρα λέει στην «Κ» ότι έτσι κι αλλιώς δεν είχε συναντήσει πολλές Ελληνίδες καθαρίστριες στα δύο νοσοκομεία.

Η Δέσποινα Σκαρμέα, υπεύθυνη για το κομμάτι της καθαριότητας και της εστίασης στο «Δρομοκαΐτειο», όπου εργάζεται εδώ και δύο δεκαετίες και όπου παλαιότερα ήταν τραπεζοκόμος, τονίζει πως πράγματι, μέχρι πρόσφατα, δεν υπήρχαν πολλές Ελληνίδες στον συγκεκριμένο τομέα. «Από τα 51 άτομα στην καθαριότητα, παλιά οι 40 θα ήταν αλλοδαπές», δηλώνει στην «Κ». «Τα τελευταία χρόνια», συμπληρώνει, «δεν ξέρω αν είναι η ανάγκη της δουλειάς, αλλά έρχονται και πολλές Ελληνίδες». Oσον αφορά το κομμάτι της δουλειάς, η ίδια, όπως και η κ. Μίλε, τονίζει πως η εργασία τους αναγνωρίζεται. «Οι απέξω μπορεί να μην καταλαβαίνουν γιατί δεν ξέρουν τις συνθήκες – οι μέσα το αναγνωρίζουν», δηλώνει. «Το εκτιμούν», τονίζει η κ. Σκαρμέα, «και για αυτό εσύ χαίρεσαι να το κάνεις, για εκείνους»

O αθέατος κόσμος των νοσοκομείων-1

Leave a reply

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ