Σειρά αποφάσεων όπως του Ειρηνοδικείου Αθηνών έκριναν ως αντισυνταγματική την υποχρέωση προσκομιδής του εντύπου ενημέρωσης περί εκούσιας διαμεσολάβησης.

Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν. 4640/2019 «Πριν από την προσφυγή στο Δικαστήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος οφείλει να ενημερώσει τον εντολέα του εγγράφως για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς ή μέρους αυτής σύμφωνα με την παράγραφο 1, καθώς και για την υποχρέωση προσφυγής στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία και τη διαδικασία αυτής των άρθρων 6 και 7 του παρόντος.

Το ενημερωτικό έγγραφο συμπληρώνεται και υπογράφεται από τον εντολέα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και κατατίθεται με το εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής που τυχόν ασκηθεί ή με τις προτάσεις το αργότερο μέχρι τη συζήτησή της, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης της αγωγής. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και για τις αγωγές που έχουν κατατεθεί από 30.11.2019 έως σήμερα».

Σημειωτέον ότι το εδάφιο β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Ν.4640/2019, που αφορά στο ενημερωτικό έγγραφο για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης των δεκτικών διαθέσεως διαφορών, τροποποιήθηκε και ενώ αρχικά προέβλεπε ότι το ενημερωτικό έγγραφο κατατίθεται με την άσκηση αγωγής, πλέον μπορεί να κατατεθεί μέχρι και τη συζήτηση της αγωγής. Κατά συνέπεια μετά την τροποποίηση το απαράδεκτο αφορά τη συζήτηση της αγωγής και όχι την άσκησή της!

Ωστόσο σειρά αποφάσεων όπως αυτές του Ειρηνοδικείου Αθηνών με αριθμό 976/2020, 977/2020 και η πιο πρόσφατη 1044/2020 έκριναν ως αντισυνταγματική την υποχρέωση προσκομιδής του εντύπου ενημέρωσης περί εκούσιας διαμεσολάβησης. Και τούτο διότι βάσει της αρχής της αναλογικότητας του άρθρου 25 του Συντάγματος η κύρωση του απαραδέκτου της συζήτησης για την μη προσκομιδή του ενημερωτικού εντύπου δεν είναι αναλογική αλλά δυσανάλογα επαχθέστερη από την επιδιωκόμενη ωφέλεια προώθησης της εθελούσιας χρήσης του θεσμού της διαμεσολάβησης ως εναλλακτικού τρόπου επίλυσης της διαφοράς.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το σκεπτικό των αποφάσεων ο συμβιβασμός που κατ’ αποτέλεσμα επιδιώκει τη λύση της έριδας με αμοιβαίες υποχωρήσεις, ήτοι η διαμεσολάβηση, συνιστά λειτουργική υποχρέωση του πληρεξούσιου δικηγόρου και η σχετική πλημμέλεια του εντολοδόχου Δικηγόρου να ενημερώσει τον εντολέα του για τη δυνατότητα εκούσιας διαμεσολάβησης της διαφοράς του, αναπτύσσει την ενέργειά της αποκλειστικά στην εσωτερική τους σχέση, αυτής της αμειβόμενης Δικηγορικής εντολής. Με άλλα λόγια δεν μπορεί να μεταθέτει τις συνέπειες του πταίσματος στο πρόσωπο του διαδίκου και κατ’ επέκταση η εν λόγω διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 ν.4640/2019 είναι αντισυνταγματική και ως τέτοια ανίσχυρη με άμεση συνέπεια τη μη εφαρμογή της.

Στο σημείο αυτό οφείλω να επισημάνω ότι στη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν αφενός να υπαχθούν αστικές και εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Αφετέρου δε η αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης είναι υποχρεωτική στις εξής κατηγορίες αστικών και εμπορικών υποθέσεων, ήτοι στις οικογενειακές πλην ορισμένων περιπτώσεων, στις διαφορές που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία και υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και όσες είναι αρμοδιότητας Πολυμελούς Πρωτοδικείου αλλά και στις διαφορές για τις οποίες σε έγγραφη συμφωνία των μερών προβλέπεται και είναι σε ισχύ ρήτρα διαμεσολάβησης.

Leave a reply

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ