Μετάθεση εργαζομένου καλείται η μόνιμη και οριστική αλλαγή του τόπου όπου ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του κατά τρόπο μόνιμο και συνήθη. Διακρίνεται από την προσωρινή αποστολή εκτός έδρας, η οποία μεταβάλλει προσωρινά τον τόπο εργασίας όχι όμως και την έδρα απασχόλησης.

Η εξουσία του εργοδότη να μεταβάλλει μονομερώς τον τόπο εργασίας είναι ανάλογη με την έκταση του διευθυντικού δικαιώματος, η οποία, με τη σειρά της, προκύπτει από το περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης του εργαζομένου.

Σύμφωνα με πάγια νομολογία, σε περίπτωση που ο εργοδότης διατηρεί περισσότερες εκμεταλλεύσεις ή υποκαταστήματα σε διαφορετικούς τόπους, τότε δικαιούται να μεταθέτει τον εργαζόμενο σε οποιονδήποτε από τους τόπους αυτούς, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί το αμετάθετο με τη σύμβαση. Οι συμβατικές ρυθμίσεις έχουν νόημα, όταν μ’ αυτές η εξουσία του εργοδότη να μεταβάλλει τον τόπο παροχής της εργασίας συγκεκριμενοποιείται ή περιορίζεται.

Παρόλα αυτά υποστηρίζεται και η άποψη ότι ο τόπος παροχής της εργασίας είναι ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης εργασίας, η μεταβολή του οποίου δεν ανήκει στο γενικό διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη. Πρέπει, δηλαδή, να έχει αποτελέσει αντικείμενο συμφωνίας, είτε ρητά είτε να συνάγεται από το περιεχόμενο της σύμβασης. Επομένως, η ύπαρξη ή όχι δικαιώματος μετάθεσης είναι ζήτημα ερμηνείας της σύμβασης, η οποία θα γίνει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών (ΑΚ 200).

Θεωρείται πάντως ότι καλύπτεται από το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη η μετάθεση του εργαζομένου σε άλλη εκμετάλλευση της ίδιας πόλης ή περιοχής, επειδή συνήθως δεν καθιστά δυσμενέστερες τις συνθήκες παροχής της εργασίας, και πολύ περισσότερο η μετάθεση από ένα σε άλλο τμήμα της ίδιας εκμετάλλευσης, αρκεί βέβαια οι παρεχόμενες υπηρεσίες στις νέες θέσεις εργασίας, στις οποίες τοποθετείται ο εργαζόμενος, να ανταποκρίνονται στο είδος εργασίας που συμφωνήθηκε να παρέχει και η μετάθεση να μη συνεπάγεται μείωση των αποδοχών.

Leave a reply

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ